Πρόσεξε τὸ φίδι

«Καὶ εἴ τινος ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν».


(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας


Εἶναι μεγάλη ἡ σημερινή ἡμέρα, ἀγαπητέ μου, διὰ τὸν Ζακχαῖον.  Ἦτο ἁμαρτωλός.  Μεγάλος μάλιστα. Ἡ περουσία του εἶχεν ἀποκτηθῆ μέ τό αἷμα τῶν ἀδυνάτων. Μέ τήν δικαιολογίαν τῆς δῆθεν ἐφαρμογῆς τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἔκλεπτεν ἀσύστολα ἀπὸ ὅλους.  Βαρειὲς ἁλυσίδες παρανομίας εἶχαν δέσει τήν ψυχήν του.


Ἀλλὰ μίαν ἡμέρα ἦλθεν ὁ Κύρος στὴν Ἱεριχώ. Ὁ Ζακχαῖος, πού κάποιον σπόρον καλωσύνης ἔκρυβε μέσα του, τὸν πλησιάζει μὲ λαχτάραν. Ἀξιώνεται νὰ φιλοξενήσῃ στὸ σπίτι του τὸν ἅγιον καὶ ἀναμάρτητον.  Ταπεινώνεται.  Μετανοεῖ πικρὰ διὰ τὰ λάθη τῆς προηγούμενης του ζωῆς. Καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν αὐτῶν τῶν εὐγενικῶν αἰσθημάτων προβαίνει εἰς μίαν γενναίαν καὶ συγκινητικὴν χειρονομίαν. Ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Κύριον καὶ τοῦ λέγει μὲ σεβασμόν:


-«Κύριε·  εἶμαι ἁμαρτωλός· τό ξέρω. Ἀπὸ σήμερα ὅμως θά γίνω καινούργιος ἄνθρωπος. Λοιπὸν ἀποφασίζω: τὴ μισή μου περιουσία τὴν προσφέρω εὐχαρίστως εἰς τοὺς πτωχούς, καὶ ὅποιον ἠδίκησα εἶμαι διατεθειμένος νὰ τὸν ἀποζημιώσω εἰς τὸ τετραπλάσιον».


Καὶ ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ὁ μέγας τῶν ψυχῶν μας ἐλευθερωτής, ὅταν εἶδε τὴν ριζικὴν μετάνοιαν τοῦ Ζακχαίου, τοῦ ἀπαντᾷ μὲ καλωσύνη καὶ γλυκήτητα.

-«Σήμερα σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγέντετο».  Καὶ ὁ ἁμαρτωλός Ζακχαῖος ἐσώθη. Καὶ ἔγινε διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἔξοχον παράδειγμα πρὸς μίμησιν.

Ἡ σημερινή Εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ διατυπώσουμε μερικὰς σκέψεις ἐπάνω εἰ ἕνα θέμα ὑψίστης κοινωνικῆς σημασίας.  Τ ὸ   θ έ μ α   τ ο ῦ   ἀ δ ί κ ο υ   κ α ὶ   ἀ θ ε μ ί τ ο υ   π λ ο υ τ ι σ μ ο ῦ.

1.Ἡ  ὀ ρ θ ὴ   β ά σ ι ς

Ἐφ’ὅσον ὁ ἄνθρωπος ἔχει καὶ σῶμα, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ καὶ ὑλικὰς ἀνάγκας. Δίδει, λοιπόν, δι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς τὰ ἀγαθὰ Του. Ἴσως εἰς τὸν Α περισσότερα ἀπὸ τὸν Β. Ἰδικὰ του εἶναι ὅμως ὅλα.  Καὶ μᾶς τὰ δίδει διὰ νὰ ζήσωμεν.  Διὰ νὰ εὐχαριστῶμεν τὸν Δοτῆρα.  Διὰ νὰ κάμνωμεν καὶ ἀγαθὰς πράξεις εἰς ἐκείνους, πού, λόγῳ ἀτυχημάτων, ἴσως δὲν ἔχουν.  Θὰ ἐργασθῆ βέβαια ὁ ἄνθρωπος, διὰ νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰ χρήματα. Ἡ ἐργασία του ὅμως πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ στοιχεῖον τῆς τιμιότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης.

2. Ἡ  β ο υ λ ι μ ί α.

Δυστυχῶς ὅμως τὶς περισσότερες φορὲς ὁ ἄνθρωπος παίρνει στραβὸ δρόμο.  Δὲν τοῦ φθάνουν ὅσα ἔχει.  Θέλει πιὸ πολλὰ. Διὰ νὰ διασκεδάσῃ ἀνετώτερα.  Βάζει, λοιπόν, σκοπὸ στὴ ζωή του νὰ πλουτίσῃ γρήγορα. Ἀδιαφορεῖ διὰ τὸ πῶς.  Καὶ ἐπειδὴ βλέπει, ὅτι μὲ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὸ Εὐαγγέλιον δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ κατορθώσῃ, χρησιμοποιεῖ τότε χωρὶς δυσκολίαν τὴν παρανομίαν.

3. Τ ὰ   ἄ δ ι κ α   μ έ σ α.

Δὲν τὸν ἐνδιαφέρει ἄν θὰ ἀδικήσῃ τὸν πρωτόν, τὸν ἀδύνατον, τὴν ἔρημη χήρα.  Δὲν ὑπολογίζει ἄν μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν καταπατῇ τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης. Δὲν σκέπτεται ἄν παραβιάζῃ καὶ τοῦ Θεοῦ τὰς ἐντολάς. Λησμονεῖ ὅτι ὅλοι εἴμεθα μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς κοιμᾶται, βαδίζει, τρώγει καὶ τὸν κατατρώγει ἡ σκέψις τοῦ ἀκόπου πλουτισμοῦ.  Καὶ προβαίνει ἔτσι σὲ κλοπὲς, σὲ καταχρήσεις, σὲ αἰσχροκέρδειαν, σὲ νοθείαν, σὲ ἀπάτην καὶ δολιότητα.  Καὶ ὅσο βλέπει ὅτι ἡ τακτική του αὐτὴ ἐπιτυγχάνει, τόσο καὶ γινεται θρασύτερος καὶ τολμηρότερος.  Ζῇ μὲ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι τάχα ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ τιμιότης εἶναι μόνον διὰ τοὺς ἀνοήτους, ποὺ ζοῦν ἀκόμη μὲ τὶς παλαιὲς ἀντιλήψεις.  Θεὸς καὶ συνείδησις, λέγει εἶναι φόβητρα διὰ τοὺς ἀδυνάτους. Σήμερα, ἀποφαίνεται, ἐφαρμόζεται ἡ παροιμία: «Κλέψε γιὰ νὰ φᾶς καὶ ἅρπαξε γιὰ νἄχης».

4. Α ἱ   σ υ ν έ π ε ι α ι.

Ἀλλά,...ὑπάρχει, ἀγαπητέ, ἕνα «ἀλλὰ» εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ποὺ ὁ ἄδικος τὸ λησμονεῖ. Καὶ τὸ «ἀλλὰ» αὐτός εἶναι: ὁ ΘΕΟΣ !  Ἄν ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθός, μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἶναι καὶ δίκαιος. «Δίκαιος Κύριος καὶ δικαιοσύνας ἠγάπησεν», λέγει ἡ Ἁγία Γραφή.  Δὲν ἀνέχεται, λοιπόν, τὴν ἀδικίαν.  Τὴν πατάσσει.  Σκληρὰ μάλιστα. Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας εἶδεν ἐν ὁράματι δρέπανον μήκους 20 πήχεων καὶ πλάτους 10, ποὺ ἦτο ἐπάνω ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ κλέπτου, ἕτοιμον νὰ καταστρέψῃ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ ξύλα καὶ τὶς πέτρες ἀκόμη.  Νὰ μὴ ἀφήσῃ τίποτε.

Καὶ δι’ αὐτὸ, ὄχι σπανίως, ἔρχονται γεγονότα, ποὺ ἀπογυμνώνουν τὸν ἄδικον ἀπὸ τὴν περιουσίαν του, διὰ νὰ ἐκπληρώνεται ἡ σοφὴ λαϊκὴ παροιμία: «Ἀδικομαζώματα, ἀνεμοσκορπίσματα». Ἀλλὰ καὶ ἄν συμβῇ νὰ μὴ σκορπισθοῦν ἀποτόμως ἐδῶ εἰς τὴν γῆν τὰ ἀδικομαζεμένα, τὶ θὰ εἰπῇ ὁ ἄδικος εἰς τὸν Θεόν, ὅταν θὰ παρουσιασθῇ μπροτά Του κάποτε νὰ λογοδοτήσῃ;  Τί θὰ εἰπῇ;

Πῶς λησμονοῦμεν ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι μερικὰς ἀληθείας;

5. Κ ί ν δ υ ν ο ς !  Θ ά ν α τ ο ς !

Κατόπιν αὐτῶν πῶς ἠμπορεῖς, Χριστιανέ, νὰ κρατᾶς τὰ ἀδικοσυναγμένα πλούτη; Τὸ δρεπάνι, ποὺ εἶδεν ὁ Ζαχαρίας, δὲν φοβᾶσαι μήπως χτυπήσῃ τὸ σπίτι σου;

Ἄκουσέ με !  Εἶναι ἡ ψυχή σου δεμένη ἀκόμη μὲ τὶς ἁλυσίδες τῆς ἀδικίας; Κάμε ὅ,τι ἔκαμε ὁ Ζακχαῖος. Ἀποδος τὰ ἄδικα. Χάρισε καὶ στοὺς πτωχοὺς μέρος τῶν ἀγωθῶν, ποὺ ἀπέκτησες μὲ παράνομο τρόπο.

Θὰ αἰσθανθῇς μεγάλην ἀνακούφισιν.....

Ἄν δὲν γίνῃ αὐτό, τότε, φοβοῦμαι μήπως πάθῃς αὐτὸ ποὺ συνέβη μ’ ἕναν ἀετὸν.

Μιὰν ἡμέραν ἕνας ὑπερήφανος ἀετὸς κατέβηκε σὲ μιὰ πλαγιά, ποὺ εἶχεν ὁλόδροση πηγή, διὰ νὰ πιῇ νερό.

Ἐχόρτασεν. Ἐκάθησε κατόπιν σ’ ἕνα βράχο σκιερὸ γιὰ νὰ ξεκουρασθῇ. Ἦταν πολὺ ζεστὴ ἡ ἡμέρα.

Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴν ὥραν ἐσηκώθηκε. Ἐτίναξε τὶς πλούσιες φτεροῦγες του καὶ ἄρχισε νὰ ἀνεβαίνῃ στὸν οὐρανό. Ἦταν τὸ πλατάγισμά το μεγαλόπρεπο. Σὲ λίγο ἐχάθηκε στὰ ὕψη.

Μετὰ ὅμως ἀπὸ κάμποση ὥρα ὁ ἀετὸς ἄρχισε πάλι νὰ κατεβαίνῃ. Ἕνας διαβάτης, ποὺ ἐπερνοῦσεν ἀπ’ ἐκεῖ, τὸν εἶδεν αἴφνης νὰ πέφτῃ μὲ ὁρμὴ στὸ χῶμα, σὰν νὰ ἦταν χτυπημένος. Ἀπόρρησε. Ἐπλησίασεν ἀπὸ περιέργειαν στὸ μέρος, ποὺ ἦταν πεσμένος ὁ ἀετός. Σπαρταροῦσε. Αἴφνης ἔκαμε ἕνα ἀπότομο τίναγμα καὶ ἔμεινεν ἀκίνητος. Ἦταν πιὰ νεκρός. Ὁ διαβάτης ἐπλησίασε. Τί πανώριο ἀλήθεια, πουλί !  Ἐσήκωσε τότε τὴ μιὰ φτεροῦγα, γιὰ νὰ ἴδῃ μήρπως εἶχε πουθενὰ πληγωθῆ. Τότε παρετήρησεν ὅτι κάτι ἐσάλεψε καὶ ἐχάθηκε στὰ χόρτα. Ἦταν... μιὰ ὀχιά.

Τί εἶχε συμβεῖ; Ὅταν προηγουμένως ὁ ἀετὸς ἔσκυψε νὰ πιῇ νερό, τότε ἡ ὀχιὰ τυλίχτηκε στὰ πόδια του καὶ τὸν ἐδάγκασε. Ἔτσι τὸ δηλητήριό της τοῦ ἔφερε σὲ λίγο τὸν θάνατο.

Ἀγαπητέ μου ἀναγνῶστα!  Εὔκολη εἶναι ἡ ἐξήγησις. Ἀετὸς εἶναι ἡ πανώρια ψυχή μας.  Καὶ φίδι φοβερό, ἡ ἀδικία. Εἶναι ὕπουλη τάσις.  Χώνεται παντοῦ.  Σκοτώνει ὅποιον δαγκάσῃ. Ὁ ἱδρὼς τοῦ ἀδικημένου, ποὺ τὸν ἔκλεψες, γίνεται δηλητήριον.  Καὶ ἡ ψυχὴ πεθαίνει.

Λοιπόν, φυλάξου ἀπὸ τὴν ἀδικία...

Πρόσεξε τὸ ἐπικίνδυνο φίδι !